Skip to content

idea pity, that now can not express..


8 thoughts on “ Απορώ

  1. απορώ απορώ. βρίσκομαι σε αδυναμία να δώσω απάντηση σε κάποιο ερώτημα, δεν .
  2. Greek: ·question, wonder Να ζει κανείς ή να μη ζει: Ιδού η απορία. Na zei kaneís í na mi zei: Idoú i aporía. To be or not to be: That is the question.· destitution, pauperism επίδομα απορίας ― epídoma aporías ― destitution support· (philosophy) aporia.
  3. won·der·ful (wŭn′dər-fəl) adj. 1. Admirable or very good; excellent or splendid: what a wonderful person she is; had a wonderful time at the party. 2. Capable of eliciting wonder; astonishing: "The whale is one of the most wonderful animals in the world" (Charles Darwin). won′der·ful·ly adv. won′der·ful·ness n.
  4. Απορώ με αυτούς τους ανθρώπους Θέλουν να βλέπουν χαρούμενους ανθρώπους γύρω τους ή λυπημένους; Νιώθουν καλά με τον εαυτό τους, με τις κακίες .
  5. Απορώ, απορώ, απορώ. Submitted by mister Xazos on Fri, 23/01/ - Last edited by Floppylou on Thu, 21/05/ - Serbian translation Serbian.
  6. Αφού δεν είστε ικανοί κύριοι, να ρυθμίσετε σωστά ένα τηλεφωνικό κέντρο, απορώ πως σας εμπιστεύονται οι πελάτες σας, για να τους κάνετε προώθηση στα προϊόντα τους!
  7. Look up the Greek to German translation of απορώ in the PONS online dictionary. Includes free vocabulary trainer, verb tables and pronunciation function.
  8. Aug 14,  · The last clause, “απορώ και εξίσταμαι” “I stand beside myself in wonder” is used sometimes as an ironic archaicism by Neo-Greeks to mean: “You’re shitting me ” or “Are you for real?” or like when a kvetching girlfriend says: “You know, I really can’t .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *